ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑ

Κύπρος, το καταφύγιο των εικονοφίλων

.

Irina Damascinos Theodora
Αυτοκράτειρα Ειρήνη Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός Αυτοκράτειρα Θεοδώρα
          Οι πρωτεργάτες       της αναστύλωσης των εικόνων

 

Ύμνοι

 

Οι εικόνες

Στους τρεις πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού ήταν αδύνατο να αναπτυχθεί η Χριστιανική ζωγραφική μια και ο Χριστιανισμός βρισκόταν υπό διωγμό. Συναντούμε μόνο χαρακτικά ή σκίτσα σε τοίχους κατακομβών ή σαρκοφάγους με Χριστιανικά σύμβολα όπως το ψάρι, η άγκυρα, η άμπελος κ.ά. ή τον Ιησού ως καλό ποιμένα

 

Με την επικράτηση του Χριστιανισμού τον τέταρτο αιώνα κτίζονται οι πρώτες βασιλικές στις οποίες επικρατούν κυρίως στο πάτωμα διακοσμήσεις με γεωμετρικά σχέδια με τα προηγούμενα σύμβολα ή πουλιά ή την παράσταση του καλού ποιμένα. Επί Ιουστινιανού με την ανοικοδόμηση της Αγιά Σοφιάς (532) γίνεται ένα άλμα στην εικονογράφηση: Ωραιότατα ψηφιδωτά του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου και αυτοκρατόρων κοσμούν τους τοίχους της.

 

Οι αρχαιότερες σωζόμενες φορητές εικόνες ανήκουν στον 6ο και 7ο αιώνα και βρίσκονται στο Σινά. Ακολούθησε μια άνθηση στην κατασκευή τόσο τοιχογραφιών ή μωσαϊκών και φορητών εικόνων. Μερικοί εκμεταλλεύτηκαν τη δεισιδαιμονία του απλού λαού και θησαύριζαν αποδίδοντας θαυματουργικές ιδιότητες σε οποιαδήποτε εικόνα ή στα υλικά από τα οποία ήταν φτιαγμένες οι εικόνες και πουλούσαν π.χ. ξύσμα από την μπογιά τους για θεραπεία κάποιων ασθενειών.

 

Παράλληλα άρχισε και μια θεολογική συζήτηση για το αν έπρεπε να εικονίζονται  ο Ιησούς , η Παναγία  ή κάποιος άγιος. Οι ανατολικές περιοχές του Βυζαντίου (Μικρά Ασία, Συρία, Παλαιστίνη) υποστήριζαν τη μη απεικόνισή τους επηρεασμένοι από τον Ιουδαϊσμό αρχικά και το Μουσουλμανισμό αργότερα. Αντίθετα στην Ελλάδα, την Ιταλία και σ’ όλη τη δύση υπεστήριζαν την κατασκευή εικόνων. Έτσι οι Χριστιανοί χωρίστηκαν σε εικονομάχους και εικονολάτρες.

 

Εικονομαχία, περίοδος πρώτη

Δυστυχώς το φαινόμενο αυτό πήρε πολιτική χροιά επί βασιλείας των Ισαύρων. Όλα άρχισαν το 726 όταν ο αυτοκράτορας Λέων Γ’  Ίσαυρος, που καταγόταν από τη Συρία, διέταξε έναν αξιωματικό του να κατεβάσει την εικόνα του Χριστού από τη «Χαλκή Πύλη» των ανακτόρων. Το πλήθος αντέδρασε βίαια και σκότωσε τον αξιωματικό που προέβη στην ιεροσυλία αυτή. Παράλληλα στρατεύματα που έδρευαν στην Ελλάδα στασίασαν αλλά τιμωρήθηκαν άγρια από τον αυτοκράτορα. Ο αυτοκράτορας επεχείρησε στη συνέχεια να επηρεάσει υπέρ του τόσο  τον Πατριάρχη Γερμανό Α΄ όσο και τον Πάπα Γρηγόριο Β’ αλλά απέτυχε, είχε όμως υπέρ του την πλειονότητα του κλήρου της Ανατολής. Ο Λέων ανάγκασε τον Πατριάρχη σε παραίτηση. Ακολούθησε σύνοδος που εξέδωσε «σιλέντιον» εναντίον των εικόνων. Με βάση αυτό ο Λέων εξέδωσε το 730 διάταγμα με το οποίο διάτασσε καταστροφή των εικόνων και διωγμό των εικονοφίλων.

 

Ο Λέων πέθανε το 741 και τον διαδέχτηκε ο γιος του Κωνσταντίνος Ε΄ Ίσαυρος ο οποίος συνέχισε την εικονομαχική πολιτική του πατέρα του αλλά με απίστευτη σκληρότητα. Εικόνες καταστρέφονταν, μοναστήρια εικονοφίλων διαλύονταν και οι περιουσίες τους δημεύονταν, διαπομπεύσεις μέσα στον Ιππόδρομο, εξορίες.  βασανιστήρια, ακρωτηριασμοί, τυφλώσεις και μαζικές δολοφονίες βρίσκονταν σε ημερήσια διάταξη. Ακόμη και στρατιώτες ή αξιωματικούς εικονόφιλους εκτελούσε μαζικά.

 

Ο Κωνσταντίνος Ε΄ Ίσαυρος περιεβλήθη ακόμη και τον μανδύα του θεολόγου και συνέγραφε άρθρα εναντίον των εικόνων. Ο ίδιος και οι εικονομάχοι θεωρούσαν  ειδωλολάτρες τους εικονόφιλους. Στο στρατόπεδο των εικονοφίλων προσχώρησε ένας ανατολίτης μοναχός, με αριστοκρατική καταγωγή και υψηλή μόρφωση, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός που αναδείχθηκε ο μεγαλύτερος θεολόγος της εποχής του, εξαιρετικός χειριστής του λόγου και μέγας υμνωδός της Θεοτόκου. Ο Δαμασκηνός συνέγραψε τρεις σπουδαίους λόγους για το θέμα, που απετέλεσαν τη βάση της θεολογίας των εικονοφίλων. Ο Ιωάννης απέκρουσε την κατηγορία ότι η λατρεία των εικόνων αποτελεί ανανέωση της εθνικής ειδωλολατρίας και ανέπτυξε μια ιδιότυπη εικονοσοφία, σύμφωνα με την οποία η εικόνα είναι σύμβολο και μέσο με τη νεοπλατωνική έννοια. Την εικόνιση του Χριστού συνδύασε ο Ιωάννης με το δόγμα της ενσαρκώσεως και με τον τρόπο αυτό συνέδεσε το ζήτημα των εικόνων με τη διδασκαλία περί σωτηρίας

.

Το 775 ο Κωνσταντίνος Ε’ Ίσαυρος πέθανε και τον διαδέχτηκε ο γιος του Λέων Δ’  Ίσαυρος, ένας μετριοπαθής αυτοκράτορας που έβαλε φρένο στις ακρότητες που υιοθέτησε ο πατέρας του, χωρίς να πάψει να είναι και αυτός εικονομάχος. Ο Λέων κυβέρνησε μόλις πέντε χρόνια και πέθανε το 780. Τον διαδέχτηκε ο ανήλικος γιος του Κωνσταντίνος Στ΄ Ίσαυρος, αλλά ουσιαστικά κυβερνούσε η μητέρα του Ειρήνη η Αθηναία που ήταν εικονόφιλη. Η Ειρήνη με αργές αλλά σίγουρες κινήσεις εργάστηκε συστηματικά για την αναστύλωση των εικόνων. Σταμάτησε πρώτα τους διωγμούς των εικονόφιλων, δεύτερον φρόντισε να εκλεγεί εικονόφιλος Πατριάρχης και τρίτον καθοδήγησε τη σύγκλιση της Έβδομης Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια, που αποκήρυξε την εικονομαχία ως αίρεση και τέταρτον έπεισε τους ιεράρχες να συγχωρήσουν όσους εικονομάχους ιερωμένους αποκήρυσσαν την εικονομαχία. Έτσι αναστυλώθηκαν οι εικόνες το 787.

 

Εικονομαχία, περίοδος δεύτερη

Η αναστύλωση των εικόνων που πέτυχε η Ειρήνη η Αθηναία κράτησε μέχρι το 814. Το έτος αυτό αναρριχήθηκε στο θρόνο του Βυζαντίου ο Λέων Ε’ ο Αρμένιος που προερχόταν από τις εικονομαχικές περιοχές. Ο Λέων Ε΄ θεώρησε πως η ήττα του προκατόχου του εικονόφιλου αυτοκράτορα Μιχαήλ Α΄ από τους Βουλγάρους οφειλόταν στις  θρησκευτικές του πεποιθήσεις, ενώ, κατά την άποψή του επί της δυναστείας των εικονομάχων Ισαύρων το Βυζάντιο νικούσε τους εχθρούς του. Έτσι απομάκρυνε τον εικονόφιλο Πατριάρχη, φρόντισε να συγκληθεί σύνοδος που καταδίκασε την εικονοφιλία και επανέφερε την εικονομαχία. Έτσι άρχισε νέος διωγμός των εικονόφιλων και νέα βεβήλωση των ιερών εικόνων. Η νέα όμως περίοδος της εικονομαχίας δεν είχε τη σφοδρότητα της πρώτης.

 

Το Λέοντα Ε΄ διαδέχτηκε ο εικονομάχος Μιχαήλ Β΄ και αυτόν ο επίσης εικονομάχος Θεόφιλος. Σύζυγος του Θεόφιλου ήταν η Θεοδώρα, μια πανέξυπνη καλλονή Αρμενικής καταγωγής και εικονόφιλη. Η Θεοδώρα έγινε σύζυγος του αυτοκράτορα αφού νίκησε σε διαγωνισμό, μεταξύ άλλων, την Κασσιανή (τροπάριο της Κασσιανής-Μεγάλη Τρίτη). Η Θεοδώρα έκανε υπομονή μέχρι το θάνατο του Θεόφιλου το 842. Το Θεόφιλο διαδέχτηκε ο ανήλικος γιος του Μιχαήλ Γ΄ οπότε ανέλαβε καθήκοντα αντιβασιλείας η Θεοδώρα.. Η Θεοδώρα ακολούθησε τα βήματα της Ειρήνης. Αντικατέστησε τον εικονομάχο πατριάρχη με τον εικονόφιλο Μεθόδιο, σύνοδος που συγκλήθηκε το 843 επανέφερε τις αποφάσεις της έβδομης Οικουμενικής Συνόδου κατά της εικονομαχίας, αποδέχτηκε στους κόλπους της Εκκλησίας τους εικονομάχους που απεκήρυξαν την πλάνη τους και διέταξε την αναστύλωση των εικόνων. Η επικράτηση της εικονοφιλίας ήταν πια οριστική. Έτσι τερματίστηκε η έριδα αυτή που ταλάνισε την Εκκλησία και το Βυζάντιο για 117 χρόνια (726-843).

 

Σε ανάμνηση  της πιο πάνω τελεσίδικης απόφασης ορίστηκε να τιμάται η νίκη αυτή από την Εκκλησία την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και ονομάστηκε Κυριακή της Ορθοδοξίας.

 

Εικονομαχία και Κύπρος

Την εποχή της Εικονομαχίας η Κύπρος ζούσε τις Αραβικές επιδρομές και πλήρωνε φόρους τόσο στους Άραβες όσο και στους Βυζαντινούς. Η διοίκηση τυπικά ήταν βυζαντινή αλλά καμία προστασία δεν παρεχόταν στο νησί από το Βυζάντιο.

 

Η Κύπρος παρέμεινε εικονόφιλη σ’όλη την περίοδο της εικονομαχίας. Κανένας Κύπριος ιεράρχης δεν έλαβε μέρος στην εικονομαχική σύνοδο της Ιέρειας που συγκάλεσε ο Λέων Γ΄ Ίσαυρος. Αντίθετα πήρε μέρος με πολυμελή αντιπροσωπεία στην εικονόφιλη Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας. Επικεφαλής της αντιπροσωπείας ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντίνος που κατέθεσε τη μετριοπαθή άποψη πως οι εικόνες πρέπει να είναι αντικείμενο σεβασμού και όχι λατρείας, πράγμα που υιοθετήθηκε από τη Σύνοδο. Αξίζει επίσης να αναφερθεί πως ο Πατριάρχης Ταράσιος που προήδρευσε της Συνόδου ήταν Κυπριακής καταγωγής

 

Κατά τη διάρκεια της εικονομαχίας πολλοί εικονόφιλοι ιερωμένοι είτε εξορίστηκαν είτε κατέφυγαν στην Κύπρο (π.χ. οι τριακόσιοι «αλαμάνοι» άγιοι), κυρίως από τη Μικρά Ασία και δευτερευόντως από τη Συροπαλαιστίνη. Πολλοί έφεραν μαζί τους λείψανα αγίων και ιερές εικόνες, ιδίως της Παναγίας. Έτσι δημιουργήθηκαν πολλές παραδόσεις για θαυμαστή άφιξη μέσω της θαλάσσης σαρκοφάγων με λείψανα αγίων (π.χ. Βαρνάβα και Ιλαρίωνος) και εικόνων. Οι μοναχοί αυτοί κατέφευγαν συνήθως στα βουνά όπου συνέχιζαν την ασκητική τους ζωή. Η συσσώρευση τόσων ιερωμένων , λειψάνων και εικόνων ώθησε τη δημιουργία αργότερα πολλών ναών και μονών (π.χ. Μαχαιράς, Τροοδίτισσα, Άρακος, Χρυσορογιάτισσα). Αξίζει να τονισθεί η περίπτωση σαράντα (40) εικονόφιλων μοναχών από την Κύζικο της Μικράς Ασίας όπου υπήρχε το μοναστήρι του Μεγάλου Αγρού. Οι μοναχοί αυτοί καταφεύγοντας στην Κύπρο ίδρυσαν στην παριοχή του σημερινού χωριού Αγρός, νέο μοναστήρι με την ίδια ονομασία.

 

Η Κύπρος, λοιπόν, παρέμεινε σταθερά εικονόφιλη και δεν ήταν δυνατόν να εφαρμοστούν εδώ οι εικονομαχικοί νόμοι των Βυζαντινών γιατί δεν ασκούσαν αποτελεσματική διοίκηση λόγω της συγκυριαρχίας των Αράβων. Η καταφυγή εδώ πολλών μοναχών, αγίων λειψάνων και ιερών εικόνων οδήγησε σε άνθιση την τοπική Εκκλησία και κατέστησε την Κύπρο από τότε  «Αγία Νήσο»  και αξιόλογο προσκυνηματικό κέντρο. Αυτό βοήθησε τα μέγιστα να αντέξει ο λαός μια μακρά δουλεία οκτώ σχεδόν αιώνων  (1192-1959), κατά τους οποίους επεχειρήθηκε αρχικά ο εκλατινισμός και μετά ο εξισλαμισμός του λαού, και να κρατήσει το ορθόδοξο δόγμα του και την ελληνικότητά του.

 

Ανδρέας Χρυσάνθου

06/03/2012