ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

Μεγάλο Σάββατο

Το Μεγάλο Σάββατο η μάνα μου και οι αδελφές μου ετοίμαζαν πρωί-πρωί τις φλαούνες. Εγώ έπρεπε να πάω να φέρω ριζάρι από το περιβόλι της δασκάλας δίπλα στην Κρύα Βρύση για το κοκκίνισμα των αυγών. Για τον ίδιο σκοπό χρησιμοποιούσαμε στην ανάγκη και τα κρεμμυδόφυλλα που φύλαγε η μάνα μου όλη τη Σαρακοστή. Ύστερα έπρεπε να πάω για καμιά ώρα τις αίγες για βόσκημα στην τοποθεσία «Βασιλική» όπου είχαμε κτήματα. Ο πατέρας έσφαζε και προετοίμαζε την πιο παχιά όρνιθα για την Πασχαλινή αυγόσουπα.

Τα πιο μπρατσωμένα παιδιά του χωριού μάζευαν στην αυλή της εκκλησιάς ξύλα για τη «λαμπρατζιά». Μερικά παιδιά φύλαγαν κάποια γρόσια για να αγοράσουν αστεράκια. Κάποια άλλα πιο ατίθασα έβρισκαν από τα πλουσιόσπιτα τενεκεδάκια του νεσκαφέ και «καρπάϊ» από τους μεταλλωρύχους του Χρωμίου για τις «πουμπάρτες» και άλλα έφτιαχναν «μάσκουλα» με λίγο θειάφι και κεφαλές των σπίρτων. Εγώ ήμουνα φρόνιμο παιδί και περιοριζόμουν στα καθήκοντά μου ως ένας από τους τέσσερις βοηθούς του παπά.

Το χωριό όλο βρισκόταν σε μια πυρετώδη προετοιμασία για την πιο μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης. Τα σπίτια μοσκοβολούσαν από τις ψημένες φλαούνες και τις κότες που έβραζαν στη «νηστιά». Το στομάχι λιγουρευόταν αλλά έπρεπε να αντέξει ακόμα μερικές ώρες. Ο πατέρας μου το καταλάβαινε και ζητούσε άδεια από τη μητέρα να φάω λίγη φλαούνα ή κανένα αυγό που έσπασε στο βράσιμο. Η Αντιγόνη όμως ήταν κάθετη: «Μετά το Χριστός Ανέστη»!

Κατά το απόγευμα βάζαμε το «χαρκούδι» στη τσιμινιά και βράζαμε νερό για το γενικό λούσιμο της οικογένειας. Το λούσιμο γινόταν σε μια κινητή σιδερένια μπανιέρα, που τοποθετείτο δίπλα από τη φωτιά για να μη ξυλιάζουμε από το κρύο. Μόλις νύκτωνε όλη η οικογένεια πήγαινε για ύπνο. Η τελευταία πράξη της μέρας ήταν το κρέμασμα του «σιηπέττου» από τον πατέρα στο στύλο, στη μέση του μοναδικού υπνοδωματίου του σπιτιού, μαζί με τη «βούρκα» και τη ζώνη με τα «φουτζιέκια»!

 

Η Λαμπρή

Η καμπάνα για τη μεγάλη γιορτή κτυπούσε στις τρεις το πρωί. Ντυμένοι όλοι στα καλά μας ανηφορίζαμε το σοκάκι για το Άγιο Αντώνιο. Η μάνα μου κρατούσε στο χέρι ένα μικρό καλάθι με μια φλαούνα χαραγμένη σε φέτες και κάνα-δυο αυγά σκεπασμένα με μια πετσέτα. Ήταν το έπαθλό μου για τη νηστεία που κράτησα πενήντα μέρες. Μετά το «Χριστός Ανέστη», όποια στιγμή ευκαιρούσα από τα καθήκοντά μου στο ιερό μπορούσα να πάω κοντά της και να τσιμπήσω ότι γούσταρα!

Η «λαμπρατζιά» ήταν ήδη φουντωμένη στην αυλή της εκκλησιάς και τα ζωηρά παιδιά χοροπηδούσαν γύρω της. Εγώ ίσια στο Ιερό. Οι ψάλτες γλυκόψελναν τον κανόνα του Μεγάλου Σαββάτου. . Σε λίγο τα κεριά έσβηναν ένα-ένα και ο παπά-Γιαννής ξεπρόβαλλε στην ωραία πύλη και ρωτούσε αν όλοι οι χωριανοί είχαν μαζευτεί. Αφού βεβαιωνόταν πως κανένα «πρόβατο» δεν είχε απωλεσθεί από την «ποίμνη» του, γινόταν απόλυτο σκοτάδι και αμέσως μετά ακουγόταν μεγαλόπρεπα το «δεύτε λάβετε φως» και οι άνδρες συναγωνίζονταν ποιος θα ανάψει πρώτος τη λαμπάδα του από το τρικέρι του παπά το «άγιο φως». Ακολουθούσε η λιτανεία γύρω από την εκκλησία που κατέληγε στη δυτική πόρτα κάτω από το πανέμορφο πεύκο-καμπαναριό μας.

Εκεί ο παπάς διάβαζε τραγουδιστά το ευαγγέλιο της Ανάστασης και αμέσως μετά έψελνε με στεντόρεια φωνή το «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών». Δεκάδες αστεράκια κρεμμάζονταν τότε από τα φυλλώματα του πεύκου-καμπαναριού μας, ενώ στην περίμετρο της συνάθροισης υπόκωφοι κρότοι από το «καρπάϊ» των ζωηρών συμμαθητών μου ή και μικρές εκρήξεις από τα «μάσκουλα» των νεαρών του χωριού χαιρετούσαν τη νίκη της ζωής επί του θανάτου.

Μετά την είσοδο στο ναό ο πατέρας εξαφανιζόταν. Το ίδιο και μερικές οικογένειες που προτιμούσαν τη ζεστή σούπα από τον κανόνα της Ανάστασης. Εγώ πιστός στο καθήκον μου στο ιερό. Τώρα όμως τα καθήκοντά μου αραίωναν και μπορούσα να πάω για λίγο στην ποδιά της Αντιγόνης για λίγη φλαούνα ή να βγω για μερικά λεπτά στην αυλή να περιχαρήσω με τους φίλους μου γύρω από τη λαμπρατζιά και να δοκιμάσω κι εγώ καμιά μικροέκρηξη με το «καρπάϊ» τους.

Με το γλυκοχάραμα η λειτουργία της Ανάστασης βρισκόταν στο τέλος της και ο παπάς άρχιζε να κοινωνεί τους πιστούς Κάπου εκεί ξαναεμφανιζόταν ο πατέρας μου για να κοινωνήσει λάμποντας από ικανοποίηση. Οι γυναίκες προτού βρεθούν μπροστά στο δισκοπότηρο είχαν την καλή συνήθεια να ζητούν συγχώρηση από εκείνες που πίκραναν με κάποια άστοχη ενέργειά τους. Έτσι ξαλαφρωμένες κοινωνούσαν.

Όταν η λειτουργία τέλειωνε ο παπάς έβγαινε στη βεράντα της εκκλησιάς από τη βόρεια θύρα και στεκόταν στα δεξιά. Η παπαδιά στεκόταν στην άλλη άκρα της θύρας. Ο «μουχτάρης»  αντάλλασσε πρώτος ευχές με τον παπά και στεκόταν δίπλα του. Στη συνέχεια ένας-ένας οι άντρες χαιρετούσαν τον ιερέα και το «μουχτάρη» και στέκονταν δίπλα τους ώστε όλοι να αλληλοευχηθούν. Σχημάτιζαν έτσι μια μακρά σειρά. Το ίδιο έκαναν οι γυναίκες από την άλλη μεριά.

Όταν η οικογένεια επέστρεφε στο σπίτι για την «αυγολέμονη» σούπα και το πρώτο τσούγκρισμα του κόκκινου αυγού, κρατούσαμε με προσοχή ένα χοντρό κερί αναμμένο με το «άγιο φως». Προτού ανοίξουμε την πόρτα ο πατέρας με επίσημες χειρονομίες, σχεδίαζε με την αιθάλη που έβγαζε το κερί ένα σταυρό στο ανώφλι του σπιτιού, λέγοντας φωναχτά «Χριστός Ανέστη» κι έβαζε το «ανοιχτάρι», ένα μεγάλο κλειδί στην κλειδαρότρυπα. Με το άνοιγμα της πόρτας όλοι τρέχαμε πρώτα στο στύλο στο μέσο της μεγάλης κάμαρης, να μετρήσουμε τους λαγούς που κρέμαζε εκεί με καμάρι ο πατέρας μου. Μέχρι τώρα διερωτούμαι πως τα κατάφερνε να φεύγει από την εκκλησιά μετά τον «καλό λόγο», να φορεί τα κυνηγετικά του, να ανεβαίνει στο βουνό, να φέρνει ένα-δυο λαγούς (μια φορά τέσσερις παρακαλώ), να επιστρέφει, να ξαναφορεί τα γιορτινά του και να προλαβαίνει τη θεία κοινωνία! Αχ μάστρε Χρίστο μοναδικέ και ανεπανάληπτε!

Στις τρεις το απόγευμα η καμπάνα μας καλούσε για τον Εσπερινό της Αγάπης. Με το τέλος της ακολουθίας οι δυο χορωδίες των ψαλτών Αγησίλαου Παπαϊωάννου και Νεοκλή Ηλιάδη μας τραγουδούσαν το «Πετεινάριν» το τραγούδι, δηλαδή, της Ανάστασης. Ακολουθούσαν παιγνίδια στην αυλή της εκκλησιάς. Ο ζύζηρος, ο κάμηλος, η βασιλιτζιά και ο μυλωνάς για τους άντρες, το μαντήλι κ.ά.. για τις γυναίκες.

 

Δευτέρα της Λαμπρής

Τη Δευτέρα της Λαμπρής Σπήλια και Κούρδαλι εξορμούσαν πρωί-πρωί στο ερειπωμένο ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου, ένα μίλι μακριά από τα Σπήλια, στην περιοχή «Καρύδι» όπου πράγματι τα πολλά περιβόλια ήταν κατάφυτα από καρυδιές. Ο παπά-Γιαννής έβαζε ένα σεντόνι και έκοβε μερικώς τη θέα προς το ιερό και οι πιστοί όρθιοι στα χαλάσματα τιμούσαν τον πιο αγαπημένο άγιο της ρωμιοσύνης. Ύστερα παρέες-παρέες ο κόσμος το έριχνε στο φαγοπότι και στα πασχαλινά παιχνίδια μέχρι το μεσημέρι.

 

Τρίτη της Λαμπρής

Τγευμα της Δευτέρας και την Τρίτη της Λαμπρής την τιμητική τους είχαν τα Κούρδαλι. Ο κόσμος λιτάνευε την εικόνα της αγαπημένης όλων των Χριστιανών μητέρας του Κυρίου και ύστερα έτρωγε, έπινε και έπαιζε στην αγκαλιά της. Οι μυγδαλιές με τα γλυκόξινα φρέσκα αμύγδαλα, η ανθισμένη ολόγυρα φύση και το γάργαρο νερό που κυλούσε στο γραφικό ποταμάκι δίπλα στην εκκλησιά, έφτιαχναν ένα ονειρικό τοπίο για να τελειώσουν μέσα του οι πιο χαρούμενες εκδηλώσεις της πιο μεγάλης γιορτής των απανταχού Ελλήνων.

 

Από το βιβλίο του Ανδρέα Χρυσάνθου "ΣΟΛΙΑ, παρελθόν, παρόν και μέλλον"